Xρήσιμα άρθρα

Παρακάτω θα βρείτε χρήσιμα άρθρα για την κατανόηση της λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού και τί συμβαίνει όταν πάσχουμε από διάφορες παθήσεις.

Επιλέξτε έναν τίτλο.

Στεφανιαία Νόσος (ΣΝ)

Η Στεφανιαία νόσος  οφείλει  το όνομά της στα στεφανιαία αγγεία – αρτηρίες οι οποίες αιματώνουν την καρδιά  και είναι υπεύθυνες για την σωστή λειτουργία της .

Τα στεφανιαία αγγεία εκφύονται από τη ρίζα της αορτής και αποτελούνται από την αριστερή και τη δεξιά στεφανιαία αρτηρία. Η αριστερή στεφανιαία αρτηρία έχει ένα βραχύ αρχικό τμήμα (το στέλεχος) και κατόπιν χωρίζεται σε δύο κλάδους: Τον πρόσθιο κατιόντα και τον περισπώμενο κλάδο.
Η δεξιά στεφανιαία αρτηρία έχει ξεχωριστή έκφυση
.

Η στεφανιαία νόσος οφείλεται στην δημιουργία πλούσιων σε χοληστερόλη αθηρωματικών πλακών στο τοίχωμα των  στεφανιαίων αρτηριών, με αποτέλεσμα τη στένωση του αυλού τους και την παρεμπόδιση της ροής του αίματος μέσα από αυτές. Έτσι όταν το αίμα που φθάνει στο μυοκάρδιο με τις στεφανιαίες αρτηρίες δεν επαρκεί για τις ανάγκες της καρδιάς, τότε εμφανίζεται καρδιακή ισχαιμία και πόνος (στηθάγχη).

 

Κλινικές  Εκδηλώσεις  Σ.Ν.

1. Αιφνίδιος θάνατος (συχνά σαν πρώτη εκδήλωση), 2. Σταθερή στηθάγχη,  3. Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου  4. Καρδιακή ανεπάρκεια (σπάνια σαν πρώτη εκδήλωση)

Η στηθάγχη στη τυπική της μορφή εκδηλώνεται σαν έντονος πόνος στο στήθος αλλά, μπορεί να εκδηλωθεί και σαν σφίξιμο, κάψιμο, συμπίεση ή απλά σαν δύσπνοια. Συνήθως ο πόνος αντανακλά στο αριστερό χέρι, στην ωμοπλάτη ή στη κάτω γνάθο και συνοδεύεται συνήθως από εφίδρωση. Χαρακτηριστικό της στηθάγχης είναι ότι εκδηλώνεται στη προσπάθεια  και υποχωρεί λίγα λεπτά μετά τη διακοπή της προσπάθειας ή με τη λήψη υπογλώσσιου δισκίου νιτρογλυκερίνης, που πρέπει να λαμβάνεται πάντα σε καθιστή θέση  για την αποφυγή ζάλης από πιθανή υπόταση.
Γενικά κάθε θωρακικός πόνος, που εμφανίζεται σε προσπάθεια και υποχωρεί λίγο μετά τη διακοπή της, πρέπει να θεωρείται ύποπτος και θα πρέπει ο ασθενής να απευθύνεται στο γιατρό του .  

Η σταθερή στηθάγχη οφείλεται σε στενώσεις των στεφανιαίων αγγείων από αθηρωματικές πλάκες, που υπάρχουν στο τοίχωμά τους και ο πόνος (στηθάγχη) εμφανίζεται μετά από την εκτέλεση συγκεκριμένου  έργου, που είναι διαφορετικό για τον κάθε ασθενή και εξαρτάται από το βαθμό και την έκταση προσβολής των στεφανιαίων αρτηριών. Έτσι άλλος εμφανίζει στηθάγχη μετά από βάδιση 200 μέτρων, άλλος στα 500 μέτρα και άλλος μόνο σε ανηφόρα, αλλά οι αποστάσεις αυτές παραμένουν περίπου σταθερές γεγονός που της προσδίδει το όνομα σταθερή στηθάγχη. 

Η ασταθής στηθάγχη οφείλεται στην απότομη αύξηση της στένωσης μιας στεφανιαίας αρτηρίας, συνήθως εξαιτίας ρήξης μιας αθηρωματικής πλάκας και της επακόλουθης θρόμβωσης μέσα στον αυλό του αγγείου στο σημείο της ρήξης, που αυξάνει έτσι σημαντικά το ποσοστό στένωσης, αλλά δεν φράζει τελείως το αγγείο.  Η ασταθής στηθάγχη διαφέρει στην εκδήλωσή της από την σταθερή στηθάγχη και χαρακτηρίζεται από τις εξής καταστάσεις:
(α) Επιδεινούμενη στηθάγχη (συχνότερα, εντονότερα, μεγαλύτερης διάρκειας στηθαγχικά επεισόδια) σε ασθενή που πριν εμφάνιζε συμπτώματα σταθερής στηθάγχης.
(β) Στηθάγχη που εμφανίσθηκε πρόσφατα αλλά εκλύεται σε μικρή προσπάθεια.
(γ) Στηθάγχη σε ηρεμία ή σε ελάχιστη προσπάθεια.
Η ασταθής στηθάγχη είναι συχνά προάγγελος οξέος εμφράγματος μυοκαρδίου.

Το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου έχει την ίδια αιτία όπως και η ασταθής στηθάγχη, με τη διαφορά ότι εδώ έχουμε απόφραξη (πλήρη διακοπή της ροής) του στεφανιαίου αγγείου, μετά τη ρήξη της αθηρωματικής πλάκας και την επακόλουθη θρόμβωση.
Στο έμφραγμα του μυοκαρδίου συμβαίνει νέκρωση του τμήματος του μυοκαρδίου, που παίρνει αίμα από κλάδους της αρτηρίας μετά το σημείο της απόφραξης. Γι αυτό το λόγο όσο πιο κεντρικά είναι η βλάβη της αρτηρίας που οδήγησε στην απόφραξη, τόσο μεγαλύτερη είναι η νέκρωση του αντίστοιχου τμήματος του μυοκαρδίου που αιματώνεται από αυτή την αρτηρία . Το έμφραγμα μπορεί να συμβεί μετά από έντονη προσπάθεια, αλλά και σε ηρεμία ή στον ύπνο. Ο πόνος του εμφράγματος είναι παρόμοιος με αυτόν της στηθάγχης, αλλά είναι πιο έντονος, μεγαλύτερης διάρκειας (περισσότερο από μισή ώρα) και συνοδεύεται συνήθως από ιδρώτα, ωχρότητα, τάση προς έμετο, λιποθυμία  και αίσθημα  επικείμενου  θανάτου .

Η καρδιακή ανεπάρκεια σπάνια είναι η πρώτη εκδήλωση της στεφανιαίας νόσου και συνήθως επέρχεται μετά από εκτεταμένο έμφραγμα μυοκαρδίου, που νεκρώνει σημαντικό τμήμα της καρδιάς, το οποίο αφού μετατραπεί στη συνέχεια σε ουλή, δεν μπορεί να συνεισφέρει στην καρδιακή συστολή. Με αυτό τον τρόπο υπάρχει διαταραχή στην αντλητική ικανότητα της καρδιάς, με συνέπεια την καρδιακή ανεπάρκεια.  

ΚΥΡΙΟΤΕΡΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΓΙΑ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑ ΝΟΣΟ

Το κάπνισμα (ισχυρός παράγοντας κινδύνου ακόμη και με ελάχιστο κάπνισμα 1-4 τσιγάρων την ημέρα). 

Το οικογενειακό ιστορικό πρώιμης στεφανιαίας νόσου (πριν την ηλικία των 55 ετών σε άνδρα συγγενή πρώτου βαθμού ή πριν την ηλικία των 65 ετών σε γυναίκα συγγενή πρώτου βαθμού)

Η αρτηριακή υπέρταση

Η δυσλιπιδαιμία (αυξημένη LDL χοληστερόλη ή/και χαμηλή {μικρότερη από 35 mg/dl} HDL χοληστερόλη)

Ο  σακχαρώδης  διαβήτης

Η παχυσαρκία

Το φύλο και η ηλικία (άνδρες πάνω από 45 ετών, γυναίκες πάνω από 55 ετών ή με πρώιμη εμμηνόπαυση χωρίς θεραπεία υποκατάστασης με οιστρογόνα)

Η καθιστική ζωή

Το άγχος

 

Διαγνωστική προσέγγιση της στεφανιαίας νόσου (ΣΝ)

(α) Το ηλεκτροκαρδιογράφημα είναι συνήθως διαγνωστικό κατά τη διάρκεια του πόνου ή μπορεί να αποκαλύψει παλαιότερο έμφραγμα του μυοκαρδίου (ημερών –ετών)
(β) Η εξέταση των καρδιακών ενζύμων στο αίμα μετά από ένα ύποπτο θωρακικό άλγος, για τη διαπίστωση ή τον αποκλεισμό του οξέος εμφράγματος μυοκαρδίου.
(γ) Η δοκιμασία ή τεστ κόπωσης για την αποκάλυψη της στεφανιαίας ανεπάρκειας η οποία συνήθως δεν είναι δυνατόν να αναδειχθεί σε συνθήκες ηρεμίας.
(δ) Το υπερηχογράφημα καρδιάς, για την διαπίστωση περιοχών υποκινησίας δηλαδή τμημάτων του μυοκαρδίου που υπέστησαν έμφραγμα ή για τη διαπίστωση μετεμφραγματικών επιπλοκών (ανεύρυσμα, περικαρδίτιδα ανεπάρκειες καρδιακών βαλβίδων κ.α.).
(ε) Το σπινθηρογράφημα κόπωσης με θάλλιο με το οποίο ανιχνεύονται περιοχές αναστρέψιμης ή μόνιμης ισχαιμίας του μυοκαρδίου. Είναι χρήσιμο για τις περιπτώσεις που το απλό τεστ κόπωσης δεν μπορεί να διενεργηθεί ή δίνει αμφίβολα αποτελέσματα καθώς και για τις περιπτώσεις που χρειάζεται να διευκρινισθεί εάν μια περιοχή του μυοκαρδίου είναι ουλή και δεν θα βοηθήσει η επαναγγείωση ή είναι περιοχή αναστρέψιμης ισχαιμίας, οπότε πρέπει να προχωρήσουμε σε αγγειοπλαστική ή αορτοστεφανιαία παράκαμψη του υπεύθυνου αγγείου, για να αρθεί η ισχαιμία και να βελτιωθεί λειτουργικότητα του μυοκαρδίου και τα συμπτώματα του ασθενούς .
(στ) Η στεφανιογραφία η οποία διενεργείται όταν οι παραπάνω εξετάσεις είναι ενδεικτικές για ύπαρξη στεφανιαίας νόσου, προκειμένου να διαπιστωθεί η παρουσία της νόσου και η έκταση της βλάβης των στεφανιαίων αγγείων, ώστε να καθορισθούν οι μετέπειτα θεραπευτικοί χειρισμοί. Όταν διαπιστωθεί η ύπαρξη και εκτιμηθεί η σοβαρότητα της στεφανιαίας νόσου τότε η κατάσταση αντιμετωπίζεται συντηρητικά με οδηγίες για καταπολέμηση των παραγόντων κινδύνου για στεφανιαία νόσο (βλέπε παραπάνω) και φαρμακευτική αγωγή (ασπιρίνη, β-αποκλειστές, νιτρώδη, ανταγωνιστές ασβεστίου, υπολιπιδαιμικά κ.α.) ή ακόμη και επεμβατικά με αγγειοπλαστική (μπαλονάκι) ή χειρουργείο αορτοστεφανιαίας παράκαμψης το γνωστό (by-pass). Στην περίπτωση οξέος εμφράγματος μυοκαρδίου, γίνεται εισαγωγή στη μονάδα εμφραγμάτων και εάν δεν υπάρχουν αντενδείξεις αρχίζει το συντομότερο δυνατόν θρομβόλυση , για να διαλυθεί ο θρόμβος, που προκάλεσε την απόφραξη του αγγείου. Σε ορισμένες περιπτώσεις και εφόσον υπάρχει η δυνατότητα μπορεί να γίνει και επείγουσα αγγειοπλαστική στο υπεύθυνο αγγείο. Στη συνέχεια δίνεται η απαραίτητη φαρμακευτική αγωγή και μετά από λίγες μέρες συνήθως γίνεται δοκιμασία κόπωσης και αναλόγως με το αποτέλεσμα αυτής ακολουθεί στεφανιογραφία.

Κλασική στεφανιογραφία

Η στεφανιογραφία είναι η εξέταση με την οποία παρατηρείται η μορφολογία και η ανατομία των στεφανιαίων αρτηριών, διαπιστώνονται τυχόν στενώσεις τους (η σοβαρότητα τους και η τοπογραφική θέση τους) και τυχόν παράπλευρη κυκλοφορία. Ελέγχεται επίσης η βατότητα προηγούμενων στενώσεων που υποβλήθηκαν σε διόρθωση (By-Pass ή αγγειοπλαστική). Επίσης μέσω της στεφανιογραφίας διενεργείται όταν αυτή είναι εφικτή η άμεση αποκατασταση των στενωτικών βλαβών των στεφανιαίων αγγείων με τη διενέργεια αγγειοπλαστικής το γνωστό σε όλους μπαλονάκι. Η στεφανιογραφία γίνεται ‘’από το πόδι’’ με παρακέντηση της μηριαίας αρτηρίας στη βουβωνική χώρα, ή ‘’από το χέρι’’ με παρακέντηση της βραχίονας αρτηρίας . Από το σημείο της παρακέντησης εισάγονται ειδικοί καθετήρες που προωθούνται διαμέσου των περιφερικών αρτηριών (μηριαίας, λαγόνιας, αορτής ή βραχίονας, υποκλείδιας, αορτής) στα στόμια των στεφανιαίων αρτηριών που βρίσκονται στην αρχή της ανιούσας αορτής, και γίνεται έγχυση σκιαγραφικού υλικού σε αυτές διαδοχικά, πάντα υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο.
Η εξέταση δεν απαιτεί αναισθησία, είναι σχετικά σύντομη εξέταση και ο ασθενής και όταν διενεργείται σε κέντρα με μεγάλη εμπειρία η επιπλοκές αυτής της μεθόδου είναι ελάχιστες . Η συχνότητα των επιπλοκών εξαρτάται από την εμπειρία των καθετηριαστών, την αστάθεια της στεφανιαίας νόσου (ασταθής στηθάγχη ή οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου) και την έκταση των αποφρακτικών αλλοιώσεων. Οι σπουδαιότερες επιπλοκές της στεφανιογραφίας είναι: θάνατος, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλική εμβολή και περιφερική αγγειακή θρόμβωση.
Ο αιφνίδιος θάνατος κατά τη διάρκεια της στεφανιογραφίας σχετίζεται στενά με τη βαρύτητα της στεφανιαίας νόσου και κυρίως με την παρουσία αποφρακτικής βλάβης στο στέλεχος της αριστερής στεφανιαίας. Οι επιπλοκές από το κεντρικό νευρικό σύστηρα, κυρίως η εγκεφαλική εμβολή, δημιουργούν ημιπληγία ή μόνιμη οφθαλμοπληγία. Εμβολή με αέρα προκαλεί συγχυτική μέχρι κωματώδη κατάσταση, αλλά συνήθως προσωρινού χαρακτήρα. Το οξύ έμφραγμα κατά τη διάρκεια της στεφανιογραφίας μπορεί να προέλθει από θρομβοεμβολή, εμβολή αέρα ή αρτηριακή βλάβη από τον καθετήρα.
Η κοιλιακή μαρμαρυγή ανατάσσεται με ηλεκτρική απινίδωση. Ο πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός και η ασυστολία δεν εμφανίζονται συχνά εφόσον δεν συνοδεύουν οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η επείγουσα βηματοδότηση είναι η πρέπουσα θεραπεία. Αγγειοκινητικές διαταραχές προκαλούν ελάττωση της καρδιακής συχνότητας, μέχρι 20 σφυγμούς ανά λεπτό. Ανατάσσονται με τη χορήγηση ατροπίνης.
Οι αντιδράσεις σε πυρετογόνες ουσίες και η υπόταση στη χορήγηση νιτρογλυκερίνης είναι προσωρινές. Οι αλλεργικές αντιδράσεις προς την ακτινοσκιαστική ουσία συνήθως έχουν το χαρακτήρα της κνίδωσης και σπάνια τη μορφή της αναφυλακτικής καταπληξίας, που αντιμετωπίζεται με ενδοφλέβια χορήγηση επινεφρίνης. Η στεφανιογραφία θεωρείται ασφαλής μέθοδος. Ο κίνδυνος θανάτου ανέρχεται σε λιγότερο από 0,2% ενώ ο κίνδυνος σοβαρών επιπλοκών (εγκεφαλικό επεισόδιο, οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου ή μεγάλη αιμορραγία) είναι μικρότερος από 0,5%. Σε αυξημένο κίνδυνο είναι οι ασθενείς που παρουσιάζουν βλάβη στο στέλεχος της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας, στένωση και στις τρεις αρτηρίες, σοβαρού βαθμού δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας, βαριά στένωση της αορτικής βαλβίδας, καθώς και οι ασθενείς προχωρημένης ηλικίας.
Η συμβατική επεμβατική αγγειογραφία (στεφανιογραφία) αποτελεί τη μέθοδο αναφοράς για εκτίμηση στενώσεων των στεφανιαίων αρτηριών. Αν και η μέθοδος αυτή δίνει την καλύτερη δυνατή εκτίμηση για την ύπαρξη αθηρωματικών στενώσεων, υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί:

1) η μέθοδος είναι επεμβατική και συνεπώς έχει έναν μικρό κινδυνο για επιπλοκές.
2) Ο ασθενής και το ιατρικό προσωπικό εκτίθενται σε ακτινοβολία. 3) Το σκιαγραφικό υλικό είναι νεφροτοξικό και συνεπώς έχει κίνδυνο νεφρικής βλάβης σε επιβαρημένους ασθενείς. Μη επεμβατικές μέθοδοι για εκτίμηση των στεφανιαίων αρτηριών θα ήταν επιθημητές για αποφυγή των παραπάνω κινδύνων.

Αγγειοπλαστική στεφανιαίων αρτηριών (Stenting)

Η αγγειοπλαστική των στεφανιαίων αρτηριών αποκαλούμενη και μπαλονάκι ή PTCA ή PCI, είναι μια θεραπευτική πράξη που εκτελείται από καρδιολόγους προκειμένου να ανοιχτεί η αποφραγμένη στεφανιαία αρτηρία και να αποκατασταθεί η ροή αίματος στο μυοκάρδιο. Αποτελεί επέμβαση θεραπείας της στεφανιαίας νόσου και εφαρμόζεται μέσω της διάτασης της στενωμένης αρτηρίας με ειδικό μπαλόνι και τοποθέτηση εν συνεχεία ειδικού μεταλλικού νάρθηκα (stent) για να κρατάει τη στεφανιαία αρτηρία ανοικτή.
Η αγγειοπλαστική χρησιμοποιείται ως εναλλακτική μέθοδος αποκατάστασης των στεφανιαίων στενώσεων απέναντι από τη χειρουργική μέθοδο παράκαμψης στεφανιαίων αρτηριών (by-pass). Η τεχνική διαρκεί περίπου 1 ώρα και ενώ έχει προηγηθεί στεφανιογραφία και εκτίμηση των στεφανιαίων στενώσεων. Διαμέσου των καθετήρων της στεφανιογραφίας ένα οδηγό σύρμα προωθείται μέσα στην στένωση. Πάνω από το σύρμα διέρχεται καθετήρας που στην άκρη του φέρει επίμηκες μπαλόνι το οποίο τοποθετείται μέσα στην στένωση. Εν συνεχεία το μπαλόνι διατείνεται με εμφύσηση αέρα. Μπορεί να χρειαστεί να επαναληφθεί η διάταση του αεροθαλάμου περισσότερο από μία φορά. Εάν η διάνοιξη της αρτηρίας δεν είναι ικανοποιητική συρμάτινος νάρθηκας (τα γνωστά stent) τοποθετείται στην στένωση. Όταν ολοκληρωθεί η θεραπεία, ο καθετήρας θα αποσύρεται και ο ιατρός θα εφαρμόσει πίεση στο σημείο εισόδου του καθετήρα στο δέρμα για την πρόληψη πιθανής αιμορραγίας.
Τα τελευταία χρόνια η μαγνητική και αξονική στεφανιογραφία έχουν αναπτυχθεί σημαντικά και υπόσχονται να υποκαταστήσουν τουλάχιστον κάποιο ποσοστό των επεμβατικών στεφανιογραφιών. Οι προκλήσεις που έχουν να ξεπεράσουν οι αναίμακτες μέθοδοι στεφανιαιογραφίας περιλαμβάνουν το μικρό μέγεθος των στεφανιαίων αγγείων, την ελικοειδή τους πορεία και τη συνεχή κίνηση την οποία παρουσιάζουν τόσο λόγω της καρδιακής συστολής, όσο και λόγω της αναπνευστικής κίνησης της καρδιάς και του διαφράγματος. Επιπλέον, οι στεφανιαίες αρτηρίες βρίσκονται μακριά από το δέρμα, βαθιά μέσα στο θώρακα και γειτονεύουν με μεγάλες αιματικές κοιλότητες και φλέβες, γεγονός που κάνει τη διάκριση τους δυσχερέστερη.

Μαγνητική στεφανιογραφία (ΜΣ)

Μέσω της ΜΣ μπορούν αξιόπιστα να απεικονισθούν η έκφυση και η εγγύς πορεία των στεφανιαίων αρτηριών στην πλειοψηφία των ασθενών. Η ΜΣ αποτελεί τη μέθοδο εκλογής για μελέτη της θέσης των στεφανιαίων αρτηριών επί υποψίας ανώμαλης έκφυσης αυτών. Επίσης σε ασθενείς με ανευρύσματα των στεφανιαίων αρτηριών, η ΜΣ μπορεί να καταδείξει τη θέση και το μέγεθος των ανευρυσμάτων. Στην πλειοψηφία των ασθενών με σημαντικές στενώσεις, η ΜΣ διαγιγνώσκει τη στεφανιαία νόσο. Στις πιο πολλές μελέτες όμως η ΜΣ έχει βρεθεί να έχει υψηλό ποσοστό ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων, δηλαδή να δείχνει σημαντική στεφανιαία νόσο σε ασθενείς που δεν έχουν στενώσεις. Σε ειδικές μόνο ομάδες ασθενών η μέθοδος μπορεί να εφαρμοσθεί ως η μόνη πρακτική διέξοδος. Οι ομάδες αυτές περιλαμβάνουν ασθενείς με επικίνδυνες αλλεργικές αντιδράσεις στα ιωδιούχα σκιαγραφικά, ασθενείς στους οποίους έχει αποτύχει η συμβατική στεφανιογραφία.

Αξονική στεφανιογραφία (ΑΣ)

Η αξονική στεφανιογραφία (ΑΣ) αποτελεί επίσης εναλλακτική μέθοδο απεικόνισης των στεφανιαίων αρτηριών και εξελίσσεται συνεχώς. Η μέτρηση του ασβεστίου στα στεφανιαία αγγεία έδωσε νέα διάσταστη στην εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Με τεχνικές τομογραφίας δέσμης ηλεκτρονίων μπορεί να ποσοτικοποιηθούν οι εναποθέσεις ασβεστίου, οι οποίες είναι δείκτες στεφανιαίας νόσου. Το σκορ ασβεστίου έχει δειχθεί ότι σχετίζεται με τη μελλοντική εμφάνιση καρδιακών επεισοδίων. Ασθενείς που δεν έχουν εναποθέσεις ασβεστίου στις στεφανιαίες αρτηρίες έχουν εξαιρετικά χαμηλή πιθανότητα σημαντικής στεφανιαίας νόσου. Με τη χορήγηση σκιαγραφικιού υλικού μπορούν να ληφθούν εικόνες ΑΣ με ευκρίνεια . Αυτό αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα της ΑΣ σε σχέση με τη ΜΣ. Στα μειοντεκτήματα της μεθόδου συμπεριλαμβάνονται η έκθεση σε ιονίζουσα ακτινοβολία (περίπου δύο φορές όσο η συμβατική στεφανιογραφία), η χορήγηση ιωδιούχου σκιαγραφικού και η ανάγκη ύπαρξης χαμηλών καρδιακών σφύξεων που κατά κανόνα επιτυγχάνεται με τη χορήγηση β-αναστολέων. Σε πολλαπλές μελέτες η ΑΣ έχει δειχθεί να διαγιγνώσκει ορθώς τους περισσότερους ασθενείς που έχουν σημαντικές στενώσεις στο εγγύς τμήμα των στεφανιαίων αρτηριών, αντιθέτως σε περιοχές εντόνων ασβεστώσεων η εκτίμηση της βαρύτητας στενώσεων είναι παραπλανητική. Για πολύ συγκεκριμένες ομάδες ασθενών με χαμηλή κλινική πιθανότητα σημαντικής στεφανιαίας νόσου, μία αρνητική ΑΣ μπορεί αξιόπιστα να αποκλείσει την ύπαρξη σημαντικής νόσου. Όμως, για την πλειοψηφία των ασθενών η κλινική θέση της ΑΣ είναι παρόμοια με αυτήν που περιγράφηκε προηγουμένως για τη ΜΣ, μια και το θετικό εύρημα χρήζει συνήθως επεμβατικής επιβεβαίωσης (και επομένως δεν υποκαθιστά τη συμβατική στεφανιογραφία), ενώ το αρνητικό εύρημα δεν είναι πάντα απόλυτα καθησυχαστικό. Συμπερασματικά, καμία από τις μεθόδους αναίμακτης στεφανιογραφίας δεν αποτελεί ακόμη εξέταση προσυμπτωματικού ελέγχου (screening). Οι μέθοδοι αυτοί πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ και μόνο με πλήρη κατανόηση των περιορισμών τους σε κέντρα με εμπειρία στην αναίμακτη απεικόνιση των στεφανιαίων αρτηριών.