Xρήσιμα άρθρα

Παρακάτω θα βρείτε χρήσιμα άρθρα για την κατανόηση της λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού και τί συμβαίνει όταν πάσχουμε από διάφορες παθήσεις.

Επιλέξτε έναν τίτλο.

Υπερλιπιδαιμία

Με τον όρο υπερλιπιδαιμία υποδηλώνεται η αύξηση της ποσότητας των λιπιδίων στο αίμα.

Υπάρχουν αρκετές μορφές λιπιδίων, εκείνα όμως τα οποία έχουν περισσότερο μελετηθεί και συσχετισθεί με τη στεφανιαία νόσο είναι: η ολική χοληστερόλη, η HDL-χοληστερόλη(καλή χοληστερόλη), η LDL-χοληστερόλη ( κακή χοληστερόλη) και τα τριγλυκερίδια. Η χοληστερόλη είναι ένα λιπίδιο, μια οργανική ένωση με βασικό ρόλο στη λειτουργία των κυττάρων. Η ύπαρξή της στον οργανισμό μας προέρχεται από δύο πηγές: την τροφή και το ίδιο μας το ήπαρ (το συκώτι), το οποίο έχει την ικανότητα να χρησιμοποιεί άλλες ουσίες για να παρασκευάσει τη δική του χοληστερόλη. Σημειώνεται ότι δεν υπάρχουν «φυσιολογικές» τιμές χοληστερόλης, αλλά όσο χαμηλότερα είναι τα επίπεδά της στο αίμα, τόσο ελαττώνεται ο κίνδυνος ανάπτυξης στεφανιαίας νόσου και αντιστρόφως. Οι επιθυμητές τιμές για όλα τα λιπίδια (σε μέτρηση μετά από νηστεία τουλάχιστον 12 ωρών) είναι: < 190 mg% για την ολική χοληστερόλη, < 115 mg% για την LDL-χοληστερόλη, > 40 mg% της HDL-χοληστερόλη για τους άνδρες και > 45 mg% για τις γυναίκες, λιγότερο από 150 mg% για τα τριγλυκερίδια. Άτομα που πάσχουν από στεφανιαία νόσο, περιφερική αγγειοπάθεια ή σακχαρώδη διαβήτη, πρέπει να έχουν LDL μικρότερη από 100mg%, ενώ τα άτομα με δύο ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου (π.χ. υπέρταση, κάπνισμα), έως 130 mg% και αυτά που δεν έχουν κανένα πρόβλημα πρέπει να έχουν LDL μικρότερη από 160mg%. Η απόφαση σήμερα για την αντιμετώπιση ή μη της υπερχοληστερολαιμίας στηρίζεται κατά βάση στη τιμή της LDL χοληστερόλης και στο ιατρικό ιστορικό του ασθενούς. Σε κάθε περίπτωση τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας αποτελεί η σωστή διατροφή. Όπως ήδη αναφέρθηκε ένα μέρος της χοληστερόλης προσλαμβάνεται με τις τροφές. Τα λίπη των τροφών διακρίνονται σε δύο κυρίως τύπους: τα κεκορεσμένα και τα ακόρεστα. Τα κεκορεσμένα υπάρχουν κυρίως σε ζωικές τροφές, όπως το βούτυρο, το τυρί και το κόκκινο κρέας αλλά και σε μερικά φυτικά έλαια, όπως το λάδι της καρύδας. Τα κεκορεσμένα λίπη έχουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή στη διαμόρφωση των επιπέδων της χοληστερόλης στο αίμα. Τα ακόρεστα χωρίζονται σε δύο υποκατηγορίες: τα πολυακόρεστα, στα οποία υπάγονται τα λίπη που περιέχονται σε ορισμένα φυτικά έλαια καθώς και στα ψάρια και τα μονοακόρεστα, στα οποία ανήκει το λάδι της ελιάς. Το ελαιόλαδο εκτός από την μείωση της ολικής χοληστερόλης αυξάνει και την HDL χοληστερόλη (σε αντίθεση με τα πολυακόρεστα φυτικά έλαια που την μειώνουν) και θεωρείται η καλύτερη πηγή λίπους για τον οργανισμό μας. Στις περιπτώσεις όμως που το επιθυμητό αποτέλεσμα δεν επιτυγχάνεται αποκλειστικά με την τροποποίηση της διατροφής και τη μείωση του σωματικού βάρους, τότε χορηγούνται υπολιπιδαιμικά φάρμακα, πάντα όμως σε συνδυασμό με την κατάλληλη δίαιτα. Η αυξημένη LDL χοληστερόλη (κακή) είναι ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακή πάθηση, διότι συμβάλλει στην αρτηριοσκλήρυνση και δημιουργεί πλάκα στις αρτηρίες. Συχνά γίνεται αιτία για εγκεφαλικά αλλά και εμφράγματα. Η κληρονομικότητα, η παχυσαρκία, η έλλειψη άσκησης, το κάπνισμα, ο διαβήτης Ι και ΙΙ και η κακή διατροφή είναι κάποιες από τις αιτίες που αυξάνουν τα επίπεδα χοληστερόλης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η επίτευξη του στόχου δεν είναι εύκολη υπόθεση παρά τη φαρμακευτική αγωγή , όταν η υπερλιπιδαιμία είναι οικογενής (τιμές χοληστερόλης > 300mg/dl) ή όταν είναι δευτερογενής (νοσογόνος παχυσαρκία, διαβήτης, αλκοόλ, υποθυρεοειδισμός, ηπατική ή νεφρική νόσος) . Εκτός από την χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια εξετάζουμε και άλλους λιπιδαιμικούς δείκτες (απολιποπρωτείνη - Β, λιποπρωτείνη - α ) πιο ειδικούς οι οποίοι από μόνοι τους είναι δείκτες αυξημένου κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάντα.