Xρήσιμα άρθρα

Παρακάτω θα βρείτε χρήσιμα άρθρα για την κατανόηση της λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού και τί συμβαίνει όταν πάσχουμε από διάφορες παθήσεις.

Επιλέξτε έναν τίτλο.

Αρτηριακή  υπέρταση  (ΑΥ)

H αρτηριακή υπέρταση είναι ένας από τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο, αγγειοεγκεφαλικές προσβολές, περιφερική αρτηριοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

Η υπέρταση ταξινομείται ως εξής :
Διαστολική ΑΠ :
90-99 mm Hg Ήπια
100 -109 mm Hg Μέτρια
> 11Ο mm Hg Σοβαρή


Συστολική ΑΠ:
140 - 159 mm Hg Ήπια
160 -179 mm Hg Μέτρια
> 180 mm Hg Σοβαρή

Έχει αποδειχθεί ότι κάθε 1 mmHg αύξησης της συστολικής αρτηριακής πίεσης σχετίζεται με κατά 1% αύξηση του κινδύνου θανάτου. Ο στόχος της πρόληψης και αντιμετώπισης της υπέρτασης είναι η μείωση της νοσηρότητας και θνησιμότητας. Αυτό μπορεί να γίνει επιτυγχάνοντας και διατηρώντας τη Συστολική ΑΠ κάτω των 140 mmHg και τη Διαστολική ΑΠ κάτω των 90 mmHg, σε τυχαίες μετρήσεις. Σύμφωνα με τους ειδικούς η φαρμακευτική θεραπεία δεν μπορεί να έχει ως μοναδικό στόχο τη μείωση της αρτηριακής πίεσης αλλά τη διόρθωση της βλάβης των τελικών οργάνων-στόχων όπως η καρδιά, οι νεφροί, ο εγκέφαλος, οι οφθαλμοί , όργανα που προσβάλλονται από την χρόνια υπέρταση . Ανεξάρτητα από άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες (έλλειψη άσκησης, άγχος, βάρος) διαπιστώθηκε ότι όσοι ακολουθούσαν μεσογειακή διατροφή είχαν 27% καλύτερες πιθανότητες να μπορούν να ρυθμίσουν την πίεσή τους σε φυσιολογικά επίπεδα. Η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ, έως 30 γραμμάρια την ημέρα, φαίνεται να έχει ευεργετικό ρόλο, καθώς μειώνει τα επίπεδα τόσο της συστολικής όσο και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης. Η αυξημένη κατανάλωση, όμως, αυξάνει δραματικά την πίεση.

Σακχαρώδης Διαβήτης Υπάρχουν δύο βασικές μορφές διαβήτη: ο τύπος Ι διαβήτη, ο οποίος χρειάζεται ινσουλίνη για την επιβίωση, και ο τύπος ΙΙ. Ο τύπος Ι πιο συχνά εμφανίζεται σε παιδιά και εφήβους και αποτελεί το 10% όλων των περιπτώσεων διαβήτη. Ο τύπος ΙΙ εμφανίζεται κυρίως στους ενηλίκους και είναι η πιο συχνή μορφή, αποτελώντας το 90% των περιπτώσεων. Η θνητότητα από καρδιακή νόσο είναι διπλάσια στους άνδρες διαβητικούς και τετραπλάσια ή πενταπλάσια στις διαβητικές γυναίκες σε σχέση με τους μη διαβητικούς. Ο αυξημένος κίνδυνος των διαβητικών ασθενών για ανάπτυξη ΣΝ οφείλεται στο γεγονός ότι στα διαβητικά άτομα συχνά συνυπάρχουν αρτηριακή υπέρταση, μειωμένη HDL-χοληστερόλη , αυξημένα τριγλυκερίδια , παχυσαρκία και «υπερπηκτικότητα» κατάσταση, που προδιαθέτει σε αγγειακές θρομβώσεις. Παρόλο όμως που ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί αναμφισβήτητο παράγοντα κινδύνου σε ό,τι αφορά την εκδήλωση στεφανιαίας νόσου, δεν έχει αποδειχθεί από το σύνολο των μελετών ότι η αποκατάσταση των τιμών του σακχάρου αίματος στους διαβητικούς συνοδεύεται απαραίτητα και από μείωση του ποσοστού εμφάνισης στεφανιαίας νόσου. Αντίθετα, υπάρχει ομοφωνία στο γεγονός ότι η επιμελής ρύθμιση του διαβήτη προστατεύει από την εμφάνιση των άλλων επιπλοκών του διαβήτη, όπως η αμφιβληστροειδοπάθεια και η νεφροπάθεια και η νευροπάθεια . Είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι στους διαβητικούς δεν πάσχουν μόνο οι μεγάλες στεφανιαίες αρτηρίες, αλλά και τα μικρότερα αγγεία, τα οποία δεν απεικονίζονται με τη στεφανιογραφία. Για την πρωτογενή πρόληψη το πρώτο βήμα είναι η ανεύρεση των διαβητικών στο γενικό πληθυσμό. Άτομα άνω των 45 ετών με δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) >25kg/m2 πρέπει να υποβληθούν σε εξέταση γλυκόζης νηστείας (παθολογική εάν είναι >126mg/dl) και εάν είναι παθολογική σε 2 μετρήσεις μέσα σε 3 μήνες τίθεται η διάγνωση του διαβήτη. Οι ασθενείς που βρίσκονται σε προδιαβητικά στάδια και βελτιώνουν τις διαιτητικές τους συνήθειες και ασκούνται περισσότερο, μειώνουν τις πιθανότητες εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη. Η μείωση του υπερβολικού βάρους και η αυξημένη σωματική δραστηριότητα βοηθούν στον καλύτερο έλεγχο του σακχάρου . Η καλή ρύθμιση του σακχάρου μέσω της φαρμακευτικής αγωγής , μειώνει τον συνολικό κίνδυνο για οποιαδήποτε επιπλοκή σχετιζόμενη με τον ΣΔ κατά 120%. Τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη θα πρέπει να ελέγχουν τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη τους τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο. Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) είναι μια ουσία στο αίμα, που δείχνει την μέση τιμή του σακχάρου τους τελευταίους 2–3 μήνες. Αν είναι πάνω από 7% θα πρέπει να συζητήσετε με το γιατρό σας το ενδεχόμενο τροποποίησης της θεραπευτικής σας αγωγής. Διαβητικοί ασθενείς με συνύπαρξη και άλλων παραγόντων κινδύνου θα πρέπει να έχουν τιμή LDL < 115 ενώ όταν συνυπάρχει και ΣΝ η LDL θα πρέπει να είναι <100.

Κάπνισμα

Το κάπνισμα έχει "αποδειχθεί" ότι αποτελεί τον πιο σημαντικό τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση καρδιοαγγειακής νόσου.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, οι ενήλικοι Έλληνες κατέχουν τα πρωτεία σε ότι αφορά το κάπνισμα στην Ευρώπη με ποσοστό 45%. Στη Γηραιά Ήπειρο οι θάνατοι υπολογίζονται σε 500.000 ετησίως, ενώ 1 στους 3 κατοίκους είναι καθημερινοί καπνιστές. Εκτός όμως από τις καρδιαγγειακές παθήσεις το κάπνισμα ενοχοποιείται και για πολλές άλλες νοσηρές καταστάσεις, όπως η χρόνια πνευμονοπάθεια, τα εγκεφαλικά επεισόδια και ο καρκίνος διαφόρων οργάνων.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το πρόβλημα του παθητικού καπνίσματος και οι επιπτώσεις του στην δημόσια υγεία. Η έκθεση μη καπνιστών σε καπνό τσιγάρου φαίνεται να αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα εκδήλωσης στεφανιαίου επεισοδίου. Ειδικότερα 20 από τα 120 άτομα που εκτίθενται σε παθητικό κάπνισμα θα εκδηλώσουν στεφανιαία νόσο . Aν ένα άτομο εκτίθεται σε παθητικό κάπνισμα και έχει τρεις ακόμα παράγοντες κινδύνου (όπως π.χ. υπερχοληστερολαιμία, αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη) εμφανίζει 2πλάσιο κίνδυνο εκδήλωσης στεφανιαίας νόσου από ότι άτομο με τους ίδιους παράγοντες αλλά χωρίς την έκθεση σε καπνό. Το κάπνισμα προάγει τόσο την ανάπτυξη της αθηρωματικής πλάκας όσο και την δημιουργία θρόμβου (θρομβογένεση). Αξίζει να σημειωθεί ότι οι καπνιστές που δεν έχουν αναπτύξει ΣΝ , μετά την διακοπή του καπνίσματος , χρειάζονται έως και 10 χρόνια για να φθάσουν τα επίπεδα κινδύνου αυτών που δεν έχουν καπνίσει ποτέ.
Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι σε κάθε περίπτωση η διακοπή του καπνίσματος είναι επιβεβλημένη. Ωστόσο, αν και πολλές φορές υπάρχει ισχυρή θέληση από μέρους των καπνιστών να διακόψουν το κάπνισμα, αυτό δεν καθίσταται συχνά δυνατό, γιατί το ίδιο το κάπνισμα δημιουργεί εθισμό και εξάρτηση. Επειδή όμως η διακοπή του καπνίσματος, ειδικά σε άτομα που έχουν και άλλους παράγοντες κινδύνου , είναι ζωτικής σημασίας, αποτελεί ευθύνη του καρδιολόγου να ενημερώσει τον ασθενή για τις καταστροφικές επιδράσεις του καπνίσματος στο καρδιαγγειακό σύστημα και αν ο ασθενής επιθυμεί πραγματικά την διακοπή του να τον παραπέμψει σε ειδικά ιατρεία διακοπής του καπνίσματος .

Παχυσαρκία

Όταν χρησιμοποιείται το βάρος του σώματος ως δείκτης παχυσαρκίας, είναι ακριβέστερο να υπολογίζεται ο δείκτης μάζας σώματος [βάρος σε κιλά/(ανάστημα σε μέτρα)2].

Στα παχύσαρκα άτομα ο δείκτης μάζας σώματος είναι μεγαλύτερος του 30 (από 25-30 το ατομο θεωρείται υπέρβαρο). Υπέρβαροι και παχύσαρκοι ασθενείς , ειδικά αυτοί που πάσχουν από κεντρικού τύπου παχυσαρκία (περίμετρος μέσης > περίμετρο γοφών) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση ΣΝ ή άλλων καρδιαγγειακών παθήσεων. Οι παχύσαρκοι άνδρες έχουν 2 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν στεφανιαία νόσο, ενώ οι παχύσαρκες γυναίκες 2,5 φορές. Η παχυσαρκία αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου, ο οποίος αυξάνεται περαιτέρω λόγω συχνής συνύπαρξης υπερλιπιδαιμίας, σακχαρώδους διαβήτη και αρτηριακής υπέρτασης.
Όταν η περίμετρος της μέσης ξεπεράσει τα 102 cm στους άντρες και τα 88 cm στις γυναίκες είναι επιβεβλημένη η απώλεια βάρους. Η παχυσαρκία έχει δυσμενή επίδραση σε αρκετούς παράγοντες κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων της αρτηριακής πίεσης, της LDL χοληστερόλης, της HDL χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων καθώς και ανοχής στην γλυκόζη.

Καθιστική ζωή

Προοπτικές επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν ότι η καθιστική ζωή σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για ΣΝ.

Ακόμη και μια μικρή μεταβολή του τρόπου ζωής, με υιοθέτηση μιας μέτριας φυσικής δραστηριότητας, μπορεί να επιτύχει ευνοικά αποτελέσματα στη θνησιμότητα, τόσο τη συνολική όσο και την καρδιαγγειακή , καθώς και στον κίνδυνο για μη θανατηφόρα στεφανιαία συμβάντα. Η συστηματική σωματική δραστηριότητα (περπάτημα, κολύμπι, ποδήλατο) για 20-30 λεπτά, 4-5 φορές την εβδομάδα, βοηθάει στην αποφυγή της παχυσαρκίας και σχετίζεται με χαμηλότερα επίπεδα LDL χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων, με υψηλότερα επίπεδα HDL χοληστερόλης καθώς και με χαμηλά επίπεδα αρτηριακής πίεσης.

Ψυχοκοινωνικοί παράγοντες (stress)

Ψυχοκοινωνικοί παράγοντες θεωρούνται:

α) τα περιβαλλοντικά στρεσσογόνα ερεθίσματα (προβλήματα της καθημ. ζωής, στρεσσογόνο επαγγελματικό περιβάλλον ή εργασίες χαμηλού κύρους), β) Άτομα με προσωπικότητα τύπου Α, γ) ο τρόπος προσωπικής αντίδρασης στο άγχος (εχθρότητα, κατάθλιψη, μη υγιεινός τρόπος ζωής). H παθογενετική επίδραση των συναισθηματικών παραγόντων όπως η κατάθλιψη και η επιθετικότητα έχει αναφερθεί ως ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου στη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα της ΣΝ.

Οικογενειακό ιστορικό

Η σημασία του οικογενειακού ιστορικού της ΣΝ σαν παράγοντα κινδύνου έχει επιβεβαιωθεί από ένα μεγάλο αριθμό μελετών.

Ο κίνδυνος για ΣΝ αυξάνει όταν ένα άτομο έχει στενή σχέση με κάποιο μέλος της οικογένειας που πάσχει από ΣΝ και ειδικά όταν το άτομο αυτό έχει 1ου βαθμού συγγένεια και έχει αναπτύξει ΣΝ σε σχετικά νέα ηλικία (<55 έτη για τους άντρες , < 65 έτη για τις γυναίκες). Έλεγχος των παραγόντων κινδύνου θα πρέπει να γίνεται στους συγγενείς 1ου βαθμού κάθε ασθενή που αναπτύσσει ΣΝ σε νεαρή ηλικία.
Η λιποπρωτείνη - α Lp(a) σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για ΣΝ και θα πρέπει να εξετάζεται σε όλα τα άτομα με θετικό οικογενειακό ιστορικό . H οικογενής ελαττωματική απολιποπρωτείνη –B apo(B) , θα πρέπει να εξετάζεται επίσης. Τα υψηλά επίπεδα χοληστερόλης (>300mg/dl) χαρακτηρίζουν συχνά την οικογενή υπερχοληστεριναιμία (κληρονομική πάθηση). Επειδή τουλάχιστον σήμερα δεν είναι δυνατή κάποιας μορφής διορθωτική παρέμβαση στο γενετικό υλικό, συνιστάται στα άτομα με βεβαρημένο κληρονομικό ιστορικό να ελέγχουν επιμελώς τους παράγοντες κινδύνου που ίσως συνυπάρχουν, όπως η υπερλιπιδαιμία, ο σακχαρώδης διαβήτης, η αρτηριακή υπέρταση και το κάπνισμα.

Φύλο

Οι άνδρες είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στη στεφανιαία νόσο σε σχέση με τις γυναίκες.

Όμως, θα πρέπει να επισημανθεί ότι μετά την εμμηνόπαυση και με την πάροδο της ηλικίας η συχνότητα των καρδιαγγειακών επεισοδίων αυξάνεται στις γυναίκες και τείνει να εξομοιωθεί με εκείνη των ανδρών. Φαίνεται ότι η καρδιοπροστασία κατά την αναπαραγωγική ηλικία των γυναικών ασκείται μέσω των γυναικείων ορμονών και συγκεκριμένα των οιστρογόνων. Τα τελευταία χρόνια όμως ο διαρκώς αυξανόμενος αριθμός γυναικών που καπνίζουν, έχει συντελέσει στη σημαντική αύξηση του αριθμού των καρδιαγγειακών επεισοδίων στο γυναικείο φύλο και πριν την εμμηνόπαυση.

Θρομβογόνοι παράγοντες

Διάφορες προοπτικές μελέτες έδειξαν ότι αυξημένα επίπεδα ινωδογόνου (μιας πρωτείνης που συμμετέχει στην πήξη του αίματος) αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για ΣΝ.

Το κάπνισμα , η καθιστική ζωή και τα αυξημένα τριγλυκερίδια οδηγούν σε αύξηση του ινωδογόνου . Διάφοροι άλλοι παράγοντες που συμμετέχουν στην πήξη του αίματος όπως τα επίπεδα του παράγοντα VII και ο αναστολέας του ενεργοποιητή του πλασμινογόνου -1 (PAI-1) , έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο για ΣΝ. Προς το παρόν η μέτρηση των παραγόντων αυτών δεν έχει χρησιμοποιηθεί σε ευρεία κλίμακα στον έλεγχο της διαβάθμισης κινδύνου.

Αντίσταση στην Ινσουλίνη

Συνήθως η υπερινσουλιναιμία συνεμφανίζεται με διάφορους άλλους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου όπως τα αυξημένα τριγλυκερίδια, η χαμηλή HDL, η δυσανεξία στη γλυκόζη, η αυξημένη αρτηριακή πίεση και η κεντρικού τύπου παχυσαρκία.

Αυτό το σύμπλεγμα των παραγόντων κινδύνου ονομάζεται σύνδρομο αντίστασης στην ινσουλίνη ή μεταβολικό σύνδρομο , τα δε άτομα που εμφανίζουν χαρακτηριστικά αυτού του συνδρόμου διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης σακχαρώδους διαβήτη ΙΙ καθώς και ΣΝ.

Αντισυλληπτικά φάρμακα

Η χρήση τους σχετίζεται με 2-3 φορές αύξηση του κινδύνου για ΣΝ, ιδιαίτερα σε γυναίκες > 35 ετών και καπνίστριες ο κίνδυνος αυξάνει σημαντικά.

Συνιστάται στις γυναίκες που χρησιμοποιούν αντισυλληπτικά με στεροειδείς ορμόνες να διακόπτουν το κάπνισμα. Η χρήση αντισυλληπτικών σε ασθενείς που πάσχουν από υπερλιπιδαιμία, υπέρταση ή διαβήτη απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή επειδή τα αντισυλληπτικά μπορεί να εμφανίσουν συνεργικές δράσεις με τους προαναφερθέντες παράγοντες κινδύνου .
Η πρώιμη εμμηνόπαυση (<45 έτη) είναι γνωστό ότι οδηγεί σε αύξηση του κινδύνου για ΣΝ, γεγονός το οποίο μπορεί να αντιστραφεί με θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης με οιστρογόνα. Η θεραπεία υποκατάστασης έχει ευεργετικά αποτελέσματα στα λιπίδια, αυξάνοντας την HDL χοληστερόλη και μειώνοντας την LDL χοληστερόλη. Λόγω της αύξησης του κινδύνου για εμφάνιση καρκίνου μαστού και ενδομητρίου σε γυναίκες που λαμβάνουν οιστρογόνα, αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες τα αποτελέσματα των οποίων αναμένονται. Η συγχορήγηση οιστρογόνων με προγεστερόνη αποτελεί ενδεχομένως μια εναλλακτική θεραπεία προστασίας.

Υπερομοκυστειναιμία

Η υπερομοκυστειναιμία αποτελεί ανεξαρτητο παράγοντα κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου .

Το παθογενετικό υπόστρωμα της νόσου είναι η δυσλειτουργία του αγγειακού ενδοθηλίου και ο θρομβογόνος ρόλος του , αποτέλεσμα της τοξικής δράσης της αυξημένης ομοκυστείνης και κυρίως των προιόντων της οξείδωσής της.

Φλεγμονή

Πειραματικές και κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η διαδικασία της φλεγμονής μπορεί να παίζει κάποιο ρόλο στην παθογένεση της αθηροσκλήρυνσης .

Ελαφρά άνοδος της C – αντιδρώσας πρωτείνης (CRP), ενός δείκτη φλεγμονής, στο πλάσμα αποτελεί προγνωστικό δείκτη στεφανιαίων συμβάντων σε ασθενείς με σταθερή στηθάγχη. Επίσης χρόνιες λοιμώξεις οι οποίες προκαλούνται από μικροοργανισμούς όπως η χλαμύδια, το ελικοβακτηρίδιο και ο κυτταρομεγαλοιός πιθανόν να εμπλέκονται στην παθογένεση της ΣΝ. Η παρούσα αναφορά στους παράγοντες κινδύνου δεν έχει σαν στόχο την πλήρη κατανόησή του μηχανισμού δράσης τους, ο στόχος είναι η ευαισθητοποίηση του πληθυσμού και η ανάδειξη της πολυπαραγοντικότητας όσον αφορά την ανάπτυξη της ΣΝ.